Απόλαυση ή πόνος;
Κοινωνική αντίδραση ή αντανακλαστικό;

Το γαργαλητό και το γέλιο που προκαλεί είναι ένα αινιγματικό στοιχείο της ανθρώπινης κληρονομιάς μας

Γιατί γελάμε όταν μας γαργαλάνε;

Ίσως μας αρέσει να μας γαργαλάνε ή μπορεί να το βρίσκουμε αστείο. Αλλά αν συμβαίνει αυτό, τότε γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι και ειδικά οι ενήλικες μισούν να τους γαργαλάνε; Και γιατί δεν γελάμε αν γαργαλήσουμε εμείς τον εαυτό μας; Αν η λύση στον ιδιαίτερο γρίφο του γαργαλητού ήταν απλή, τότε το συγκεκριμένο θέμα δεν θα είχε απασχολήσει σπουδαία μυαλά στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, για περισσότερο από 2.000 χρόνια, σπουδαίες προσωπικότητες προβληματίστηκαν με το μυστήριο του γαργαλητού. Ο Πλάτωνας, ο Μπέικον , o Γαλιλαίος και ο Ντάργουιν επιχείρησαν να εκφράσουν τις θεωρίες του σχετικά με την φύση και το γέλιο που προέρχεται από το γαργαλητό. Ανάμεσα στους αρχαίους φιλοσόφους, ο Σωκράτης υποστήριξε ότι η αίσθηση του γαργαλητού πηγάζει μέχρι ενός σημείου από την ευχαρίστηση- αλλά το μεγαλύτερο συστατικό της προέρχεται από τον πόνο. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούμε να γαργαλήσουμε τους εαυτούς μας:
Μήπως η άγνοια ότι κάποιος θα σε γαργαλήσει σε μια χρονική στιγμή που δεν το προβλέπεις, είναι ένας λόγος που το γαργαλητό προκαλεί το γέλιο; Σε αντίθεση με το να το σκεφτείς και να προβείς εσύ σε αυτήν την ενέργεια με τον εαυτό σου; To συγκεκριμένο γέλιο είναι ένα είδος παραφροσύνης και παραπλάνησης…το οποίο όταν προκαλείται μη σχεδιασμένα, τείνει να ακουμπάει τα όρια της εξαπάτησης κι αυτό είναι το στοιχείο που προκαλεί το γέλιο, και γι αυτόν τον λόγο ένα άτομο είναι αδύνατον να γαργαλήσει τον εαυτό του.
Οι Φράνσις Μπέικον (1677) και Κάρολος Ντάργουιν (1872) συμφώνησαν ότι το χιουμοριστικό γέλιο απαιτεί “διανοητικό φως”. Όμως διαφοροποιήθηκαν ως προς το γέλιο του γαργαλητού. Ο Ντάργουιν υποστήριξε ότι το “διανοητικό φως” είναι απαραίτητο και σε αυτήν την περίπτωση, ενώ ο Μπέικον είχε αντίθετη άποψη. Όταν κάποιος υπόκειται σε γαργαλητό, ο Μπέικον παρατήρησε, ότι ακόμη κι αν αυτό το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση πένθους, δεν θα μπορέσει να μην γελάσει.

Τι είναι το γαργαλητό;

Υπάρχουν 2 φαινόμενα που τα περιγράφουμε ως γαργαλητό. Το πρώτο είναι η ανεπαίσθητη κίνηση πάνω στο δέρμα μας, μερικές φορές περιγράφεται και ως κινούμενη φαγούρα. Αυτή η αίσθηση μπορεί να προκληθεί σε κάθε σημείο του σώματος με την βοήθεια ενός φτερού ή μικρής ποσότητας βαμβακιού. Περιέργως, αυτή η ενοχλητική αίσθηση συχνά διαρκεί περισσότερο από την πραγματική κίνηση, προκαλώντας την επιθυμία τριψίματος στην επηρεασμένη περιοχή (κάτι που προκαλεί ανακούφιση). Αυτό το είδος γαργαλητού συνήθως δεν προκαλεί στους ανθρώπους γέλιο. Το γαργαλητό που προκαλεί γέλιο είναι διαφορετικό: υψηλότερη επαναλαμβανόμενη πίεση σε “γαργαλιστικές” περιοχές όπως  τα πλευρά, οι μασχάλες και η κοιλιά.
Το 1897 οι ψυχολόγοι Stanley Hall και Arthur Allin, “βάφτισαν” αυτά τα 2 είδη γαργαλητού. Το γαργαλητό που προκαλείται από το φτερό το ονόμασαν “Κνύσμεση” και το δεύτερο με την υψηλή επαναλαμβανόμενη πίεση “Γαργαλίαση”. Αν και αυτοί οι 2 όροι έχουν μόνο επιστημονική χρήση, βοηθούν ιδιαίτερα στην εξερεύνηση αυτού του μυστηρίου. Αρχικά η Κνύσμεση φαίνεται λιγότερο μυστηριώδης από ότι η Γαργαλίαση. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, συνήθως δεν προκαλεί γέλιο, το οποίο είναι για πολλούς βασικό χαρακτηριστικό του γαργαλητού. Αυτός ο διαχωρισμός, άμεσα ραφινάρει την προβληματική του Αριστοτέλη. Δεν μπορούμε να προκαλέσουμε γέλιο στον εαυτό μας από μόνοι μας με την Γαργαλίαση, ωστόσο μπορούμε να προκαλέσουμε το αποτέλεσμα της Κνύσμεσης.

Γαργαλιστικό Γέλιο

Για να ξεδιαλύνουμε την σύνδεση μεταξύ γαργαλητού και γέλιου- και την διττή αντίδραση των ανθρώπων- είναι απαραίτητο να μελετήσουμε την ψυχολογία του χιούμορ, της απόλαυσης και την κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Η εξωτερική αντίδραση ενός ατόμου στο γέλιο μοιάζει πολύ με την αντίδραση που προκαλείται από την κωμωδία και το αστείο. Όμως είναι ίδια και η εσωτερική του αντίδραση; Μάλλον όχι. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν το χιουμοριστικό γέλιο απολαυστικό , αντίθετα επισημαίνουν ότι δεν τους αρέσει να τους γαργαλάνε και ελάχιστοι ενήλικες το αναζητούν. Επίσης, το διαρκές γαργάλημα είναι ιδιαιτέρως δυσάρεστο.
Τα εξωτερικά σημάδια του γέλιου μπορεί να μας παραπλανήσουν, στο ότι το γαργαλητό έχει ευχάριστη πλευρά, ασχέτως αν ουσιαστικά έχει ή όχι. Αν και απεχθάνομαι το γαργαλητό και έχω δουλέψει σε βάθος για να ανακαλύψω την σύνδεση ευχαρίστησης και δυσαρέστησης που κρύβεται στο γαργαλιστικό γέλιο, μου είναι ακόμη δύσκολο να κοιτάω το γέλιο στο πρόσωπο αυτού που γαργαλιέται και να μην σκεφτώ “Πρέπει πραγματικά να το απολαμβάνει.”
Επίσης μια ακόμη πιθανότητα είναι, το γεγονός ότι το γαργαλητό εκφράζεται με το γέλιο, να δημιουργεί αυτόματα και κάποια θετική αντίδραση. (Γελάω, γιατί το απολαμβάνω.) Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν μιμούμαστε τις εξωτερικές εκφράσεις ενός συναισθήματος, συχνά βιώνουμε έστω και στο ελάχιστο επίπεδο το συναίσθημα αυτό.
Πολλοί συγγραφείς έχουν καταλήξει ότι το γαργαλητό είναι πιο απολαυστικό στα παιδιά από ότι στους ενήλικες και πολλές φορές αναζητούν το γαργαλητό. Και αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με κάποιον σκεπτικισμό. Κάθε διαδεχόμενη γενιά παιδιών ανεξάρτητα ανακαλύπτει το “γαργαλιστικό βασανιστήριο”, σαν έναν αποτελεσματικό τρόπο να βασανίσουν τους φίλους τους στο παιχνίδι. Είναι αλήθεια, ότι μερικές φορές τα παιδιά αναζητούν το γαργαλητό. Άραγε  απολαμβάνουν ομοίως και τα  παιχνίδια όπου οι γονείς δρουν αναπάντεχα και απειλητικά; Απολαμβάνουν τον ξαφνικό φόβο; Ένας συνδυασμός αναζήτησης ενθουσιασμού και ευχαρίστησης μέσω της αφής μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά να ακολουθούν μια έμφυτη και απεχθή αίσθηση.
Αυτές οι παρατηρήσεις, έφεραν στην επιφάνεια ερωτήματα για την ψυχολογική κατάσταση που υποβόσκει στο γαργαλιστικό γέλιο και πώς αυτό συνδέεται με την χιουμοριστική απόλαυση. Πριν μερικά χρόνια, μαζί με τον Nicholas Christenfeld, αποφασίσαμε να μελετήσουμε αυτές τις ερωτήσεις. Αιτιολογήσαμε ότι αν το γαργαλιστικό γέλιο και το χιουμοριστικό γέλιο αντικατοπτρίζουν την ίδια εσωτερική ψυχολογική κατάσταση, θα πρέπει να υπάρχει μια προεργασία που μεταφέρει την πληροφορία από τον έναν νευρώνα στον άλλον. Η προεργασία αυτή έχει ανακαλυφθεί στο χιουμοριστικό γέλιο: Τα τελικά αστεία σε μια κωμωδία είναι πιο αστεία από ότι τα αρχικά. Γι αυτό άλλωστε οι κορυφαίοι κωμικοί επιμένουν να εμφανίζονται προς το τέλος του προγράμματος.
Συγκεντρώσαμε έναν αριθμό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο για να διεξάγουμε ένα πείραμα. Τους βάλαμε να δουν ένα βίντεο με τις κορυφαίες σκηνές από γνωστές κωμικές σειρές και ταινίες. Οι περισσότεροι φοιτητές γέλασαν επανειλημμένως καθώς έβλεπαν το βίντεο και στο τέλος δήλωσαν ότι το βρήκαν πολύ χιουμοριστικό. Ερευνήσαμε την σύνδεση μεταξύ γέλιου και γαργαλητού βάζοντας έναν βοηθό να γαργαλήσει του φοιτητές λίγο πριν ή  λίγο μετά την προβολή του βίντεο.
Η προεργασία που είχαμε βρει στο χιουμοριστικό γέλιο, δεν υπήρχε στο γαργαλιστικό γέλιο. Οι φοιτητές που “προετοιμάστηκαν” με το βίντεο, γέλασαν, χαμογέλασαν και ξεκαρδίστηκαν το ίδιο με τους φοιτητές που δεν παρακολούθησαν το βίντεο. Ομοίως, το γαργαλητό δεν απόφερε περισσότερο γέλιο στους φοιτητές κατά την διάρκεια του βίντεο.  Καταλήξαμε ότι το γαργαλητό δεν επιφέρει την ίδια εσωτερική ψυχολογική κατάσταση όπως γίνεται με το χιουμοριστικό γέλιο(Harris and Christenfeld 1997). Όπως το κλάμα ενώ καθαρίζεις ένα κρεμμύδι είναι τελείως διαφορετικό από το κλάμα που προκαλεί ένας θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Οπότε, οι καταστάσεις που συνδέονται με αυτά τα 2 είδη γέλιου είναι ριζικά διαφορετικές.

Η Φυσιολογία του Γαργαλητού

Όπως προανέφερα, μια από τις διαφορές μεταξύ της Κνύσμεσης και της Γαργαλίασης είναι ότι η πρώτη μπορεί να λειτουργήσει σε όλο μας το σώμα, σε αντίθεση με την δεύτερη που λειτουργεί σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος μας. Η διαφορετική αντίδραση των σωματικών μας μερών στο γαργαλητό οφείλεται στους νευρολογικούς μηχανισμούς που καθορίζουν την αντίδραση του γέλιου.
Περισσότερο από έναν αιώνα, οι G. Stanley Hall και Arthur Allin διεξήγαγαν μια έρευνα σε 700 άτομα, οι οποίοι ανέφεραν ότι τα παιδιά γαργαλιόντουσαν πιο πολύ στις πατούσες των ποδιών τους, στις μασχάλες και στον λαιμό. (Στην έρευνα δεν ξεχώρισαν τα 2 είδη του γαργαλητού.) Πιο πρόσφατα, ο Vezio Ruggieri και η ομάδα του (1979) από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης μέτρησαν την αδράνεια και την διάρκεια του γαργαλητού σε διάφορα σημεία του σώματος. Μια δική μου έρευνα στο εργαστήριο, έδειξε ότι οι φοιτητές γαργαλιούνται περισσότερο κατά μήκος των πλευρών και στα πέλματα των  ποδιών τους.
Η δυσκολία σε όλες τις υπάρχουσες έρευνες είναι ότι το είδος του κινήτρου και ο βαθμός του γέλιου δεν έχουν εξεταστεί συστηματικά. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές μας έχουν δώσει στοιχεία για τους νευρολογικούς μηχανισμούς που διέπουν το γαργαλητό. Το 1939, ο Yngve Zotterman πρωτεργάτης ερευνητής στην δερματική αίσθηση κατέγραψε σημαντικά στοιχεία από πειράματα του σε γάτες και πως αντιδρούν στην αίσθηση του βαμβακιού κατά μήκος του σώματος τους. Με την μελέτη αυτή, υποστήριξε ότι η ενοχλητική αίσθηση που προκαλείται από το ελαφρύ γαργαλητό, εξαρτάται τουλάχιστον σε μεγάλο ποσοστό, από τις νευρικές ίνες που “κουβαλούν” τον πόνο.
Συνεπώς, το γαργαλητό εξαρτάται και από τις νευρικές ίνες που συνδέονται με την αίσθηση της αφής. Έτσι καταλήγουμε ότι το γαργαλητό στέλνει σήματα και επηρεάζει και τις ίνες του πόνου και τις ίνες της αφής. Κάποιος μπορεί να υποψιαστεί ότι οι πιο ευαίσθητες περιοχές του γαργαλητού στο σώμα είναι εκείνες που είναι αλληλένδετες με την αφή, όμως αυτό δεν είναι ακριβές μιας και το γαργαλητό είναι ιδιαιτέρως έντονο στα πέλματα μας κάτι που όμως δεν ισχύει για τις παλάμες μας.